- σουαρέ
- το(λ. γαλλ.), εσπερινή ψυχαγωγική συγκέντρωση, βεγγέρα.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
σουαρέ — το, και σουαρές, ο, Ν 1. βραδινή φιλική συγκέντρωση, εσπερίδα 2. φρ. «σουαρέ ντε γκαλά» μεγάλη χοροεσπερίδα, δεξίωση. [ΕΤΥΜΟΛ. < γαλλ. soiree «βραδιά, δεξίωση» (< γαλλ. soir «βράδυ» < λατ. sero «αργά»)] … Dictionary of Greek
Μόσελες, Ίγκνατσι — (Ignaz Moscheles, Πράγα 1794 – Λειψία 1870). Γερμανός συνθέτης, πιανίστας και διευθυντής ορχήστρας. Αρχικά ο Μ. σπούδασε πλάι στον Γερμανό συνθέτη Καρλ Μαρία Φον Βέμπερ, διευθυντή του Ωδείου της Πράγας. Η συστηματική ενασχόληση του δασκάλου του… … Dictionary of Greek